σαλταδόρος

ο, Ν
1. αυτός που κάνει πηδήματα και, κυρίως, αυτός που μπορεί να κάνει μεγάλα άλματα
2. αυτός που πηδά και ανεβαίνει σε κινούμενο όχημα για να κλέψει («σαλταδόρος τής γερμανικής κατοχής»)
3. συνεκδ. κλέφτης
4. μτφ. ο αναρριχώμενος σε υψηλές θέσεις με ανήθικα μέσα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. saltadore].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλταδόρος — ο (λ. ιταλ.) 1. ικανός στο πήδημα, άλτης. 2. μτφ., κλέφτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαλταδόρικος — η, ο, Ν [σαλταδόρος] αυτός που ταιριάζει στον σαλταδόρο («σαλτοδόρικο κόλπο») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.